top of page
Το κάλλος στους Αρχαίους Έλληνες

Στη χαραυγή του ελληνικού πολιτισμού, όταν ο λογισμός των Ελλήνων ξύπνησε από το λήθαργο και τα σκοτάδια της άγνοιας και πρωταντίκρισε με δέος και τρόμο τον περιβάλλοντα κόσμο γύρω του, δεν έμεινε εκεί, προσπάθησε με τη δύναμη του μυαλού του να δαμάσει και να βάλει σε τάξη το άναρχο και ασύνταχτο υλικό, ώσπου κατάφερε και «εποίησε κόσμον», και μόνον τότε είδε και εθαύμασε και στα χείλη του διαγράφηκε ένα ελαφρά αισιόδοξο χαμόγελο, το πρώτο χαμόγελο επί γης.  

                          Kαι μάννα γέλασες

                         Κι οι ακρογιαλές κρυστάλλωσαν το γέλιο.

Τα άγρια τέρατα που πρώτα βασάνιζαν το νού και την ψυχή του, εξημερώθηκαν  στο φως του  ήλιου και τα φώτα του νου και τη θέση τους πήραν άλλες μορφές,  και ο κόσμος γέμισε από πασίχαρες και πανέμορφες αιθέριες θεότητες, τις Νηρηίδες και Ναϊάδες,(πηγές, ποταμοί, θάλασσα), τις Ορεάδες και Ορεστιάδες, (όρη, βουνά), τις Ναπαίες, Μελεάδες, Δρυάδες και Αμαδρυάδες, (δάση και δέντρα)   τέλος τις νύμφες των σπηλαίων, τις Σπηλαιάδες, έτσι που δεν έμεινε γωνιά ακατοίκητη και μέρος άδειο, που να μη το γέμισε η σοφία και η ανοιχτή καρδιά του Έλληνα με κάλλος και θεϊκή ομορφιά. Και μετά Χάριτες και Μούσες, Παρνάσιες και Ελικωνιάδες, πλάσματα θηλυκά, γυναικείες θεότητες, γιατί η πρώτη αρετή της γυναίκας, θεάς είτε θνητής, (Ελένη, που για την ομορφιά της οι γέροντες της Τροίας είπαν χαλάλι σ’ ένα τέτοιο πόλεμο,  Ναυσικά, «η θεών άπο κάλλος έχουσα»), ήταν η χάρη και η ομορφιά της.

  Αυτή την ομορφιά που σπιρούνισε την ψυχή τους, τη λάτρεψαν παντού οι Έλληνες. Έγιναν εραστές του κάλλους: Στην κατοικία τους ( «ιδίαις δε κατασκευαίς ευπρεπέσιν, ών καθ’ ημέραν η τέρψις το λυπηρόν εκπλήσσει» με ιδιωτικές ομορφοσυγυρισμένες κατοικίες που κάθε μέρα η χάρη τους μας δίνει χαρά και μας διώχνει τις στενοχώριες. Περικλ. επιτάφ., 38), στους αρμονικούς μεγαλόπρεπους ναούς τους, στις αγορές τους, στα γραπτά κείμενά τους, στις πλαστικές τέχνες τους, στους θεούς τους, με το φωτεινό και πασίχαρο Απόλλωνα,  στις θεές τους, με τη θεά της ομορφιάς και του Έρωτα, την αφρογένητη Αφροδίτη.

   Ακόμη και οι Σάτυροι, που τους φαντάζονταν κακομούτσουνους με ουρά και αφτιά ζώου εξευγενίστηκαν και η φρικιαστική κεφαλή της αποτρόπαιης Μέδουσας μεταβλήθηκε σε όμορφο λαμπρό γυναικείο πρόσωπο.   

  Το κάλλος και την καλοσύνη δεν τα ξεχώριζε ο ‘Ελληνας. Το όμορφο το ήθελε και καλό, σύμφυτο με την αρετή, δε μπορούσε να φανταστεί ότι μέσα σε ένα ωραίο σώμα φώλιαζε ψυχική ασχήμια. Έτσι ταύτισε το κακό με την ασχήμια και το καλό με την ομορφιά. Εδώ θυμόμαστε τον Ελύτη, που μας μιλάει με παράλληλο τρόπο για την «ηθική της ομορφιάς» και την πίκρα του για την αδιαφορία των ανθρώπων.

  Ο Έλληνας δεν ήθελε με κανένα τρόπο το άγαλμά του, που χαίρονταν την ομορφιά του (άλλωστε άγαλμα σημαίνει αυτό που κάνει εκείνον που το βλέπει να αγάλλεται) να είναι ανάπηρο, γι αυτό και τα μέλη του αγάλματος που ήταν αθέατα στο μάτι, ο καλλιτέχνης τα λάξευε, κι ας μη φαινόταν, ολόκληρα, ολοκληρωμένα. Το ανάπηρο τους ήταν αποκρουστικό.

  «Στη λογοτεχνία των Ελλήνων το αίσθημα για το ωραίο διαπερνούσε τα πάντα. Κοίταξε τά ονόματά τους και  σύγκρινε ως προς το ωραίο τα: Αριστοκράτης (ευγενική δύναμη), Κλεομένης (φημισμένη ισχύς), Αριστοτέλης, Αριστονόη (ευγενικός νους), Ασπασία (η καλόδεχτη) με τα Fabius (oάνθρωπος κουκί), Piso ή Cicero (ο άνθρωπος μπιζέλι), Naenius (ο γεμάτος μυρμηκιές)», Plautus (ο πλατυκέφαλος). Caligula (μισοστίβαλος) Ρ. Λίβινξτον.

   Ομορφιά δε σημαίνει πολυτέλεια ή χλιδή, αλλά αντίθετα απλότητα συμμετρία και αρμονία, και όπως το είπε ο Περικλής «φιλοκαλούμεν μετ’ ευτελείας»(αγαπούμε την ομορφιά με απλότητα) και όχι υπερβολές και όγκους, «το κεραμεούν και φαύλον», που θα ’λεγε ο Καβάφης.

   Και τώρα ερχόμαστε σε ένα θέμα που ξενίζει το σημερινό Έλληνα:Τη γυμνότητα.          Αυτήν δεν την φοβήθηκε ο Έλληνας. Οι μοναδικοί στον κόσμο που απέβαλαν τα ενδύματα στους Ολυμπιακούς αγώνες και αργότερα και στην τέχνη. «Παλαιότερον, ακόμη και εις τους Ολυμπιακούς αγώνας οι αθληταί όταν ηγωνίζοντο, έφεραν διαζώματα περί τα αιδοία, και η συνήθεια αυτή διετηρείτο μέχρι προ ολίγων ετών και διατηρείται ακόμη και σήμερον εις τους βαρβάρους και ιδίως τους Ασιάτας, όπου αγωνιζόμενοι δια τα έπαθλα πυγμής και πάλης φέρουν διαζώματα. Αλλά θα ημπορούσε κανείς και να αποδείξει ότι και πολλάς άλλας συνηθείας είχαν οι παλαιοί  Έλληνες, ομοίας με τα συνηθείας των σημερινών βαρβάρων».

(Θουκυδίδης, Μετάφρ. Ελευθερίου Βενιζέλου). Που σημαίνει τώρα δεν έχουν…

   Αυτό εμείς δεν το καταλαβαίνομε, διότι η ηθική μας άλλαξε με το να αλλάξομε και θρησκεία. Όμως για τους αρχαίους δεν υπήρχε καμιά ντροπή, ντροπή ήταν το αγύμναστο σώμα, ούτε ένιωθαν κανένα αίσθημα ενοχής, με το να απελευθερώσουν το σώμα στον αθλητισμό και την τέχνη, και μάλιστα ακριβώς στα σημεία εκείνα από τα οποία σπέρνεται και δημιουργείται το ιερώτερο, η Ζωή! Ο Έφηβος του Κριτία, ο Διαδούμενος του Πολυκλείτου, ο Ερμής του Πραξιτέλη, ο Απόλλωνας του Μπελβεντέρε, Η Αφροδίτη της Κνίδου και της Μήλου αποτελούσαν την ιδανική αίσθηση του Ωραίου, που ήταν και θεμέλιο εκείνης της πολυθεϊστικής θρησκείας.

  Καμιά αμαρτωλή υπόσταση στο σώμα, που είχε την ιερότητα της ανθρώπινης φύσης. Ας ξαναθυμηθούμε εδώ και πάλι τον Ελύτη που βλέπει στο γυμνό σώμα «την αλκή και την ιερότητα» και παράλληλη πορεία με την δικαιοσύνη.

  Στο «νους υγιής εν σώματι υγιή», όπως ελέχθη αργότερα, ή με τη γλώσσα των προγόνων «ευ το σώμα έχειν και την ψυχήν», το γυμνό σώμα ήταν το πρότυπο, γιατί η  πολιτεία τα είχε ανάγκη αυτά τα γερά, εύρωστα  και στο νου κορμιά και όχι τα πλαδαρά ή λιπόσαρκα.

  Άλλωστε οι αρχαίοι Έλληνες δεν είχαν αίσθηση της αμαρτίας, όπως τη βιώνουμε εμείς οι χριστιανοί. Την αμαρτία τους την έβλεπαν σαν κάτι που δεν πέτυχαν στο στόχο τους, σαν  αστοχία. Το αμαρτάνω στα έπη έχει δυο τύπους, ήμαρτον και ήμβροτον. «Ήμβροτες ουδ’ έτυχες», λέει ειρωνικά ο Διομήδης στο γυιο του Λυκάονα, όταν αυτός έριξε εναντίον του το κοντάρι, μα δεν τον πέτυχε. 

 Στη Σπάρτη ακόμη και οι γυναίκες γυμνάζονταν σχεδόν γυμνές, οι φαινομηρίδες, όπως ελέγονταν και στην Αθήνα από το τέλος του 8ου αιώνα, οι νέοι «εγυμνάζοντο» που σημαίνει ασκούνταν γυμνοί στα «Γυμνάσια» δηλ. στα αθλητικά σχολεία, εκεί όπου ο Έλληνας ένιωσε ενθουσιασμό και λατρεία για τα ωραία  αρμονικά και συμμετρικά σώματα.

  Μ’ αυτό τον τρόπο η γυμνότητα πέρασε από τη ζωή στην τέχνη, με πρώτους τους εύρωστους Κούρους (=νέους) και αργότερα επεκτάθηκε σε τέτοιο σημείο, ώστε η γυμνότητα να περάσει και στο γυναικείο σώμα και να αποτελεί το χαρακτηριστικό της αρχαίας ελληνικής θρησκείας.

  Η αληθινή τέχνη ξεπερνάει τα ένστικτα και η αισθητική ηδονή διαφέρει από την αισθητηριακή. Μπροστά σ’ ένα αστραφτερό υπέρκαλλο γυναικείο σώμα που αποθαυμάζεις, η ευφορεία της ομορφιάς που πλημμυρίζει το είναι σου, κοιμίζει κάθε γεώδες υλικό φρόνημα και μένεις ενεός. 

  Mα  ήταν τόσο αγνοί  οι Έλληνες που σεβάστηκαν πάντα το γυμνό με εντιμότητα; Όχι βέβαια. Παρεκτροπές υπήρχαν, υπήρχαν όμως και νόμοι και έθιμα σεβαστά, δεν αποκλείω όμως πως η διαφθορά του αρίστου είναι ότι χειρότερο, (Corruptio optimi pessima).

  Και  ήταν τόσον ωραίοι οι αρχαίοι μας πρόγονοι, ώστε μόνον ωραίες μορφές και πορτρέτα να βλέπομε σ’ αυτούς; Όχι βέβαια. Όλες οι μορφές εξιδανικεύονταν, διότι επιθυμούσαν τον πολίτη να τον εξυψώσουν πάνω από τις ανθρώπινες ατέλειες, στη σφαίρα του ιδανικού, της θεότητας, αφού ο Πίνδαρος από τον 5ον   ακόμα αιώνα είχε διακηρύξει πως «έν δε θεών γένος, εκ μιας δε ματρός (=μητρός) πνέομεν αμφότεροι».

   Κατηγόρησαν για μισογύνη τον Ευριπίδη, αυτόν που όταν επέστρεψε η Ελένη στην Ελλάδα και περνώντας από τις Μυκήνες θεώρησε καθήκον της να τιμήσει τη σκοτωμένη αδερφή της, την Κλυταιμνήστρα κόβοντας στον τάφο εκείνης τα μαλλιά της.  Τότε ο Ευριπίδης έβαλε οργισμένη την Ηλέκτρα να λέει «είδετε παρ’ άκρας ως απέθρισεν τρίχας/ σώζουσα κάλλος; Έστι δ’ η πάλαι γυνή»( Ορέστης στ. 128/9) Κοιτάχτε τη πως μόνο μια άκρη από τα μαλλιά της έκοψε, μήπως χαλάσει την ομορφιά της. Ίδια κι απαράλλαχτη η κυρία, σε τίποτα δεν άλλαξε. Τις σέρνουν τα χίλια κακά, θέλουν να τη σκοτώσουν. Μα ο μεγάλος τραγικός επεμβαίνει και σώζει το σύμβολο της ομορφιάς την τελευταία στιγμή, βάζοντας τον Απόλλωνα να την παίρνει από τους ανθρώπους και να της κάνει ανάληψη στους ουρανούς. Να γίνει θεά της ομορφιάς πλέον και να τις χτίσουν ναό!          

   Η ομορφιά, λοιπόν, είχε καλύψει όλους τους τομείς της ζωής, ώστε στην Αθήνα  να γίνονται και καλλιστεία γερόντων, στη γορτή των Παναθηναίων, διότι όχι μόνο στους νέους αλλά και στην ώριμη  όπως και στη γεροντική ηλικία υπάρχει ομορφιά. Ανοίξτε ένα αρχαίο Λεξικό να ιδείτε στα αρχικά άπειρων λέξεων το λήμμα καλλι- (π.χ. «καλλιγύναικα Ελλάδα», «καλλιπάρηος,καλλίκομος, καλλιβλέφαρος, καλλίσφυρος, καλλίπυγος, καλλίζωνος, καλλίκομος, καλλιπλόκαμος, καλλιαστράγαλος κόρη» και ονόματα: Καλλιόπη, Καλλιρόη, Καλλιπάτειρα, Καλλιστώ,  Καλλικράτης, Καλλικλής, Καλλισθένης, Καλλίμαχος ) που σημαίνει το κάλλος.

  Η ομορφιά αυτή που είχαν οι θεοί του Ολύμπου, ιδιαίτερα ο Απόλλωνας, δε χάθηκε με την πάροδο των αιώνων και την αλλαγή θρησκείας. Νεκρό «θεό» που ανασταίνονταν είχαν και οι αρχαίοι Έλληνες, τον ασύγκριτης ομορφιάς νέο, τον Άδωνη, που και τότε θρηνούσαν την ταφή του. Στα δικά μας «Εγκώμια» πάνω στον Εσταυρωμένο τη Μεγάλη Εβδομάδα, οι Βυζαντινοί Έλληνες θρήνησαν το κάλλος του αληθινού Θεού με την ίδια ψυχολογία των αρχαίων μπροστά στον Απόλλωνα, όταν έψελναν το «Ο ωραίος κάλλει παρά πάντας βροτούς ως ανίδεος νεκρός κατακείτεται. Ο την φύσιν ωραΐσας (=που ομόρφυνε) του παντός» και «Ώ γλυκύ μου έαρ, γλυκύτατόν μου τέκνον πού έδυ (=βασίλεψε) σου το κάλλος»!

 Χάθηκε όμως αυτή η ομορφιά, όταν, στα λευκά θέατρα, στους ναούς και στους αγώνες του κάλλους και της τέχνης ,παραχώρησε τη θέση της σε αρένα και Κολοσσαίο. Έπρεπε να περάσει πολύς καιρός για να φτάσουν οι ελληνικές τέχνες στο αγροίκο Λάτιο.

 

Το κάλλος το σωματικό , το ψυχικό και το πνευματικό, «ευ το σώμα έχειν και την ψυχήν», που υπήρξε ως ένα ενιαίο σύνολο για τον πολίτη, ήταν «ο καλός καγαθός», κι αυτό ήταν ο χρυσός κανόνας για τον Έλληνα, και σήμαινε την υπέρτατη αξία για τον άνθρωπο. Και όπως λέει ο Καβάφης,

                           Ιδιότητα δεν έχει η ανθρωπότης τιμιοτέραν   

                            Εις τους θεούς ανήκουσι τα πέραν.

bottom of page