top of page

Του Βοσπόρου

October 14, 2018

Σε βράδυα φεγγαρόλουστα κι εαρινές λαγνείες

 

Θυμήσου θάμα. Η θάλασσα Δανάη, Φεγγάρι ο Δίας! 

Συμφωνίες Ζυρίχης

October 14, 2018

Στο δικαστήριο του χρόνου

 

Σας επιστέλλω

 

Μια κλήση της Ιστορίας

Μεταβολισμός

October 14, 2018

Πως γλύκανε ο σταγμός τέτοιου πικράγκαθου

 

Που όσο το δέντρο του ανεβαίνω, γδέρνομαι

 

Κι όσο στις ρίζες του βυθάω, ματώνω;

Ιωνία ΙΙ

October 14, 2018

Τον κύκλον άνοιξε

 

Με πρώιμο μαχαίρι του Ήλιου

 

Όμηρος ο Πρώτος.

 

Με λάζο μαυρομάνικο τον έκλεισε

 

Σεφέρης ο Ύστατος.

 

Ιωνια η μνήμη!

Ιωνία Ι

October 14, 2018

Σ’ένα καράβι που στοίχειωσε στο χρόνο

 

Φυσάει αγέρας του Ομήρου

 

Με τα πανιά ανατολικά!

Απομυθοποίηση

October 14, 2018

Δεν είναι μαύρος καβαλάρης

 

Ούτε άσαρκος δρεπανηφόρος

 

Δεν είναι ούτε αποσταλμένος

 

Ανεξιχνιαστων βουλών.

 

Στη θαυμαστή τη μηχανή μας

Ένα κουμπάκι ηλεκτροφόρο

Με πιθανότητα εμπλοκής,

Δώρο Ασημένιο Ποίημα

June 19, 2018

Κωσταντίνε που σήμανες τα βήματά σου

 

Θοδωράκη που δόθηκε σ’εσένα η χάρη

 

Και Τζενούλα στο ρόδινο, γλαυκόν ο σταγμός σου

 

Κατά κόσμον ονόματα

Που ο παππούς σας το θέλησε

Δωρεά του μυαλού του

Ηλιου κι άστρων γεννήματα:

 

Κωνσταντίνος ο Φοίβος μας

 

Θοδωρής ο Ερμής μας

 

Και Τζενούλα η Έρση μας

 

Ονόματα άλλης τάξης.

Στον Κωνσταντίνο μας

June 19, 2018

Ο ήλιος εβουλήθηκε να ‘ρθει στο σπιτικό μας

 

Κι ως ήρθεν έλαμψ’ η αυλή κι από χρυσάφι ο τόπος

 

Μέσα το δώμα ηλιόχαρο κι η κούνια σου μωρό μου

 

Άστραψε από διαμαντικά και σπιθοβόλαεν ήλιους

 

Και σαν τριαντάφυλλα οι καρδιές ανοίξαν των γονιών σου   

 

Στα φύλλα τους κι αρώματα κει μέσα να κοιμάσαι

 

Εσύ βλαστάρι των γονιών, παππούδων το καμάρι

 

Και ξέχωρη των θειάδων σου περίτρανη λατρεία.

Στον Θοδωρή μας

June 19, 2018

Δώρο Θεού και τ’ άλλο εστάλθηκε

 

μωρό στο σπιτικό μας                                                                                                                                 

Κι ο Ήλιος, ώριμος, στα δυο μοιράστη να ποτίζει,

 

Στο φως του, ύπνους κι όνειρα 

 

 των δυο μωρών στις κούνιες,

 

Του Κωσταντίνου από τη μια, 

 

του Θοδωρή απ’ την άλλη.

 

Μα ο Κωσταντής δε φτόνησε

 

στα δυο που ο Ήλιος Ράγη,

 

Γιατί η αγάπη των γονιών που ως τίμιος άρτος κόπη,

 

Χωρίς να τεμαχίζεται, κλείδωσε τις δυο κούνιες

 

Με αγάπης ακατάλυτης δεσμούς  στα δυο τ’ αδέρφια.

Στην Τζενούλα μας

June 11, 2018

              Αστροφεγγιά

 

              Βρέχει χρυσόσκονη

 

              Κι ένα άστρο

 

              Φεύγει το στρόβιλο

 

               Γράφει ολοένα κύκλους

 

               Και βουτώντας

 

              Πέφτει στην αυλή μας!

 

              Γεννήθκε η Έρση μας

 

              Δροσιά ουράνια

 

              Σε φως λουσμένη

 

              Τζενούλα με τ’ όνομα .

Αντιπολεμική Ωδή

August 06, 2018

Όχι λίγοι αρχαίοι συγγραφείς που αντιλήφτηκαν τα δεινά που επισυνάπτει ο πόλεμος, προέβησαν σε θερμούς καταγγελτικούς λόγους  εναντίον του, με πρωτεργάτη τον ποιητή του πολέμου Όμηρο. «Δυσηχής» ονομάζεται στο Λ,  524, τρισκατάρατος, κατά τους μεταφραστές του(1) και «ό άνθρωπος χάνει τη μισή ανθρωπιά του, από την ώρα που μαύρη σκλαβιά τον πλακώνει» στο Ι, 63-4 και «όποιος αγαπάει τον άγριο εμφύλιο, να ’ναι χωρίς νόμο, χωρίς φίλο, και άσπιτος» στο ρ,322-3. Είναι ο ποιητής που με αιτία τον πόλεμο βάζει, να ξεκληρίζεται το πιο ιδανικό, το πιο αγαπημένο ζευγάρι  της Τροίας, αυτό του Έκτορα και της Ανδρομάχης.

Αλλά και κατά  τον Ηρόδοτο « Δεν είναι τόσο ανόητος κανείς που να προτιμά τον πόλεμο  από την ερήνη, διότι  στον πρώτο θάβουν οι γονείς τα παιδιά τους, ενώ στη δεύτερη τα παιδιά τους γονείς. «Και του πολέμου κρείσσον ειρήνη βροτοίς», μας λέει ο Ευριπίδης.

Πρόθεσή μου δεν είναι να απαριθμήσω τους συγγραφείς που εναντιώθηκαν στον πόλεμο που δεν έχει κανένα ιδανικό ( δια γαρ την των χρημάτων κτήσιν πάντες οι πόλεμοι γίνονται- Πλάτων), και για τα δεινά που επιφέρει.

Τούτες τις πολύπαθες ώρες που δεν ξέρεις  σε τι κακά μας προετοιμάζουν οι μεγάλοι της γης, και που πολύ θυμίζουν  τον όχι πολύ παλαιό διαμελισμό της Γιουγκοσλαβίας, ανήσυχο το πνεύμα μου πασχίζει να βρει μια γαλήνη στην ανάγνωση έργων που δεν τα δοκίμασε ο χρόνος.

 Διαβάζοντας τον Αίαντα του Σοφοκλή, στο τελευταίο χορικό πριν από την έξοδο, ένιωσα όλον το παράπονο και τον πόνο των πολεμιστών που επιφέρει ο πόλεμος και τη βαθιά νοσταλγία τους για τις χαμένες μέρες και βάλθηκα, με πολύ κόπο ομολογώ, να  μεταγράψω το χορικό στη γλώσσα μας, δε λέω να το μεταφράσω..

Ο Αίας έχει αυτοκτονήσει, μετά από παράκρουση φρενών, από φιλότιμο, γιατί τα όπλα του νεκρού Αχιλλέα σύμφωνα με τα καινούργια ήθη δεν δόθηκαν στην παλληκαριά του Αίαντα, αλλά στην πονηριά του Οδυσσέα.

Ο χορός, οι Σαλαμίνιοι ναύτες, ορφανεμένοι από τον αρχηγό τους και τσακισμένοι από τον πόλεμο, αφήνουν το ύστερο τραγούδι τους, μοναδική  συλλογική σύλληψη στην παγκόσμια λογοτεχνία

 

    

                                    Και τώρα η Ωδή.

                                     Αίας  185-1210      

 

Ποιος θα ’ναι ο τελευταίος αριθμός στης δυστυχιάς τους χρόνους μας,

που αυτός θα βάλει τέλος  στη στίβα των απανωτών μας συμφορών,

όσο διαρκούν οι μόχθοι του πολέμου στην Τροία την πλατύχωρη,

αξέπλυντη ντροπή για την Ελλάδα;

 

 Να μη έσωνε πριν, να χάνονταν στον ομιχλώδη αιθέρα,

ή μέσα στους καταποτήρες του Άδη,

αυτός που δίδαξε στους Έλληνες σε μια συστράτευση πολεμική

τα όπλα τα καταραμένα.

Πόνοι, ώ πόνοι αρχέγονοι, που ο πόλεμος θερίζει τους ανθρώπους.

 

Γιατί από μένα απόστερξεν ο πόλεμος μήτε χορού στεφάνια,

μήτε βαθιές κούπες κρασιού να χαίρομαι,

μήτε ήχο γλυκόν αυλών ν’ απολαμβάνω,

μήτε νυχτερινόν ύπνον να χόρταινα.

Στον έρωτα, στον έρωτα, αλιά, μου ’βαλε τέλος,

 παραπετάμενος να κείτομαι,

πάχνη πηχτή να μου μουσκεύει ταμαλιά μου κάθε νύχτα,

Θυμήματα όλα μιας αναθεματισμένης Τροίας.

 

Κι ως τώρα στα νυχτερινά τρομάσματα,

Και στα καθημερνά τα βέλη του προστάτη μου είχα

Του ασπιδοφόρου Αίαντα τη  δύναμη.
Τώρα που εκείνον άσπλαχνη μοίρα μου τον άρπαξε,

Αχ ποια χαρά, ποια μου χαρά πλέον μου μένει;

Σε δασωμένη ας γίνονταν προβλήτα

που γύρω λούζεται από θάλασσα

στο Σούνιο, κάτω απ’ του λόφου την κορφή

χαιρετισμό να στέλναμε στην ιερή Αθήνα. 

Στο θάνατο του Ν. Καζαντζάκη

June 05, 2018

Στις 26 Οκτωβριου 1956, ,ανήμερα του αγίου Δημητρίου, ο Καζαντζάκης άφηνε την τελευταία του πνοή.Και ενώ ήταν κυνηγημένος πρώτα από τη Δυτική εκκλησία για το βιβλίο του «Τελευταίος Πειρασμός», στη συνέχεια όμως υπέστει κυνηγητό και από την Ελληνική εκκλησία, που υπερτέρησε, και στα: «Καπετάν Μιχάλης» και «Ο Χρστός ξανασταυρώνεται».

Σε αντίθεση ο Οικουμενκός μας Πατριάρχης από το Φανάρι, ο πολύς Αθηναγόρας,

σε  επιστολή του, δημοσιευμένη στη«Νέα Εστία», του καιρού εκείνου, του έγραφε, μέσα στ’ άλλα, και τοναποκαλούσε «Τέκνον ημών εν Κυρίω αγαπητόν».

Διαβάζοντάς τον από τα θρανία ακόμη της Μεγάλης του Γένους Σχολής, που ήμουν μαθητής, σφοδρός έρωτας με κατέλαβε για το συγγραφέα. Στην Αθήνα, με την αδικία που του γινόταν, ένιωσα τόσο μεγάλη αγανάκτηση, που ήμουν έτοιμος να σχίσω το μπράτσο μου και να του γράψω ένα θερμό γράμμα.

  Ο θάνατός του με πρόλαβε μόλις δευτεροετή φοιτητή. Εκείνο το βράδυ κάλεσα τους ιδιοκτήτες του σπιτιού που νοίκιαζα και δυο ακόμη συσπουδαστές, που έμεναν στη ίδια στέγη, και για μνημόσυνο τους διάβασα το τελευταίο κεφάλαιο από τον «Καπετάν Μιχάλη»

  Μετά έκατσα κι έγραψα ένα ποίημα για να ξαλαφρώσω. Το ποίημα αυτό, παρέμεινε  έκτοτε καταχωνιασμένα στο συρτάρι μου και τώρα με την ευκαιρία έκδοσης των Απάντων του σκέφτηκα να μη χαθεί, αλλά ας είναι μια μαρτυρία ενός θερμόαιμου νέου με τις όποιες αδυναμίες της ηλικίας.

 

           ΣΤΟ ΘΑΝΑΤΟ ΤΟΥ ΝΙΚΟΥ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗ

 

Του βαριού σου σταυρού την ευθύνη κράτησες άξια,

Ως τη στερνήν ανηφοριά που σου ‘ταξεν η μοίρα.

Μπρος σου μέγα κι απάτητον ύψος έμπνεε δείλια.

Άβυσσο πίσωθε πλατιά και Φαρισαίοι γύρα.

 

Πως τ’ αντρίκειο και πέρφανον ήθος, κλήρα τ’ ανθρώπου,

Γκάρδιωνεν αναρριχημούς ιλίγγου κι η καρδιά σου,

Φωνές στείρες, φτηνές και ταπείνιες γύρω ως σε ζώναν,

Σου ’τανε τ άπαρτο καστρί, χαρά και συντροφιά σου.

 

Η ψυχή στο κορμί σου πλαντούσε, στένευ’ ο κόσμος,

Μα σαν Αρκάδι ακοίμητη που ‘χες μια φλόγα για  αίμα,

Την αχάμνια π’ανάδιν’ η χώρα, λάσπη και σήψη,

Στο χημικό αργαστήρι σου μετάπλαθες σε Πνέμα.

 

Άξιον ύμνο στ’ ακάματο χέρι ποιος θε να υψώσει,

Γεφύρι αγεροκρέμαστο για την ψυχή που εμόχθει

Το Θεό της καινούργιο να υψώσει, νέα ανυφάντρα

πέρφανου μύθου Κρητικού σε νιαν αντίπερα όχτη.

 

Ακριβέ της Ελλάδας η άγια όπου σ’ εγέννα  

΄μήτρα, ως σπόρο σε κρατεί κι εμείς πα στη θανή σου

άξιο σου τέκνο ευχόμαστε  να ξαναδώσει η γη μας.

Παππού το χρέος τέλεψες, ήσυχα πια κοιμήσου.!

Στα γενέθλια της κόρης μου

June 06, 2018

Το τραγούδι αυτό γράφτηκε ειδικά για την κόρη μου, όμως μπορεί κάποια ή κάποιος να το χρησιμοποιήσει σε ανάλογη περίπτωση σε οποιαδήποτε περίπτωση γενεθλίων, αποφεύγοντας έτσι και το βαρβαρισμό «να μία σοφός!» Φτάνει το όνομα να γίνεται τρισύλλαβο. Το μέτρο απαιτεί το σκοπό του τραγουδιού «Παποράκι του Μπουρνόβα».

 

Χρόνια σου πολλά, Ευούλα. Στη μεγάλη σου καρδιά.

η Αγάπη, ως τα βαθιά σου, να καρπίζει γηρατειά.

Να ‘χεις δύναμη κι υγεία, να σκορπίζει ο νους σου φως,

και τη μακρινη σου στράτα να φωτίζει ένας Σκοπός.

Ελεγείο για τον Μάνθο

June 06, 2018

Όταν στη θύμηση έρχεσαι με τρικυμίζει σάλος

Μάνθο, γλετζέ, χορευταρά, που δε σου ξέβγαινε άλλος.

 

Μπόι, λεβεντιά, παράστημα, στην πιο καλή τους ώρα

και νυχτοφούντωτα μαλλιά σου’δωκε η φύση δώρα.

 

Παίρναν φωτιά-ν- οι φτέρνες σου, ψηλά όταν πηδούσες

και λαμπαδένιο το κορμί μέσα στο φως λυγούσες.

 

Αϊτέ μου, που τα χέρια σου τ΄άνοιγες σαν φτερούγες

κι ο ήσκιος τους απλώνονταν σε γειτονιές και ρούγες.

 

Λεβέντη, που όταν χόρευες κι εχτύπαες παλαμάκια,

το χοροστάσι σειότανε κι ετρίζαν τα πλακάκια.

 

Στο βήμα σου που ακλούθααν τα όργανα ως βαρούσαν,

οι γέροντες καμάρωναν κι οι κοπελιές πλαντούσαν.

 

Μ’αργό και μεγαλόπρεπο ρυθμό τα βήματά σου

στο Σαμαντάκα που’τανε τ’αποκορύφωμά σου.

 

Μα κάποτε ως τινάχτηκες και ζύγωσες τα κλώνια

με το χορό σου, πήδηξες στα μαρμαρένια αλώνια.

 

Κι εκεί με πάλη και χορό και σκίρτημα σα χάδι,

σαν ήλιος που βασίλεψε, βυθίστηκες στον Άδη.

 

Χάθηκες τόσο ξαφνικά σαν τη δροσιά στη χλώρη,

κι ορφάνεψες τη μάνα σου, γυναίκα, γιο και κόρη.

 

Μάνθο, πώς δίψαες για ζωή σου χάραξαν στον τάφο

και ν’απαλύνω τ’άδικο τούτους τους στίχους γράφω.

 

Όλα τα σβήνει ο καιρός, μαζί του ως ξεμακραίνεις,

μα όσο υπάρχει ο στίχος μου, στη μνήμη μας θα μένεις.

 

*Μάνθος Κυρούσης 1944-1993 Πωγωνιανή.

Ο Άλλος Τόπος

June 06, 2018

Διαβάζοντας στο VOSTINIOTIS ότι στην Πωγωνιανή  το Δημοτικό Σχολείο και το Λύκειο έκλεισαν και το Γυμνάσιο αργοπεθαίνει με οχτώ παιδιά, θημήθηκα πως το 1990 στη Συλλογή μου "Μ’ ΕΝΑ ΔΡΕΠΑΝΙ ΦΩΣ" υπήρχε ένα θρηνητικό ποίημα για τις επαρχίες που λέγονται μεν Ελλάδα, Αλλά μόνον κατ’ όνομα,  και αφήνονται, ιδιαίτερα σήμερα, εν μέσω 2018, στην άδικη μοίρα τους, που είναι ο αργός θάνατος.

Ποιος νοιάζεται; 

 

Ριγμένα χωριά σε βουνών κοίλα

 

Ασύνταχτος όρμος

 

Με την πορφύρα και τη δορά

 

Που πέρασε στην άλλη σύνταξη.

Τα καλοκαίρια

 

Ξεμαργώνουν τα σπίτια

 

Μια φλόγα ζωής περνά τα χοροστάσια

 

Κι άξαφνα όλα κόβονται.

 

Τον άλλο χρόνο

 

Λίγοι γέροι, γριές μαυροδεμένες,

 

Σεμνές σε στενορρύμια χορταριασμένα.

 

Το λιόγερμα η κουκουβάγια

 

Λαλεί απ’ τ’αδειανά σχολεία.

Το Βουβό Πλοίο, Υahya κemal Βeyatlı

June 06, 2018

To ποίημα ανήκει στην εποχή που ο συμβολισμός γινόταν δεκτός στην Τουρκία, με παράλληλη επίδραση του Παρνασσισμού και θεωρείται από τα καλύτερα του είδους αυτού για την τουρκική ποίηση.

Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «ΦΗΓΟΣ» των Ιωαννινων και απαινέθηκε αρκούντως από τους κύκλους του περιοδικού.

  

Όταν ορίστη απ΄τους καιρούς η ώρα να σημάνει,

 Ένα πλωτό για τ’ άγνωστο σαλπάρει απ΄το λιμάνι.

Βουβό αργοπλέει, στη γέφυρα κανένας δεν τ’ ορίζει,

Χέρι δε βλέπεις να σηκώνεται, μαντήλι ν’ ανεμίζει

Φίλοι το πλοίο που  ’φυγε δεν είν’ το τελευταίο

Κι ουδέ το πένθος μας στερνό στο χωρισμό το νέο.

Στην παραλία όσοι έμειναν με την καρδιά κομμάτια,

Κοιτάζουν στον ορίζοντα μ ε βουρκωμένα μάτια.

Όσοι αγαπήσαν, μ άταια στον κόσμο αυτό προσμένουν,

Να καταλάβουν δεν μπορούν πως μάταια περιμένουν.

Τόσο καλά εκεί που παν να νιώθει του καθένας;

Τα χρόνια κι οι καιροί κυλήσανε, δε γύρισε κανένας!   

Χαιρετισμός στον Γ. Ρίτσο

June 06, 2018

Συμπληρώνονται εφέτος 28 χρόνια από το θάνατο του ποιητή, που συνέβη στις 11 Νοεμβρίου του 1990.

Aυτό το ποίημα γράφτηκε στα φλογερά φοιτητικά μου  χρόνια σε εποχές που το συναίσθημα ξεχείλιζε από αγάπη και ενθουσιασμό.  Δεν δημοσιεύτηκε πουθενά ως τώρα, δεν θά ’θελα όμως και να χαθεί.

Εδώ Ριτσος είναι ο αγωνιστής των πρώτων χρόνων  των δημιουργιών του μέχρι και την εποχή της Χούντας. Αργότερα θα ’ρθει ένας άλλος Ρίτσος ποιητής των αναστοχασμών  και του εσωτερικού χώρου. Αλλ’ αυτός ο ποιητής είναι έξω απ’ το ποίημά μου.  Δημοσιεύεται τώρα που ο κόσμος ήρθε ανάποδα και οι άνθρωποι των αγώνων και των θυσιών δυστυχώς σπανίζουν.    

 

Μεγάλε Ποιητή

 

Ακοίμητη θύελλα

 

Ανταίε και Βριάρεω

 

Σαραντάπηχε , που όταν πατά το ένα πόδι σου στη Μονεμβασιά

 

Το άλλο δρασκελά στο Βλαδιβιστόκ

 

Διάττοντα που τρόμαξες τα μαθηματικά των αστρονόμων,

 

Κεραυνέ των υψηλών ορέων

 

Πομπέ των ερτζιανών

 

Σνεπαρμένε κι ασυμβίβαστε

 

Συνέστιε των μαρτύρων

 

Της Ρωμιοσύνης ηνίοχε

 

Η γαστέρα σου ουρανός

 

Που βρεφουργεί μια Ελλάδα τριών χιλιετηρίδων

 

Μέγα κλέος

 

Στρατιώτη που δε γνώρισες μετόπισθεν

 

Σημαδεμένε απ’ τη Μοίρα με καυτό στη ράχη σίδερο

 

Σημαδεμένε από τη Μούσα με χλωρό κισσό στους κρόταφους

 

Η πίκρα που σε πότισαν, αθάνατο νερό για τους κατατρεγμένους

 

Οι κρύοι χειμώνες της εξορίας σου

 

Ζεστό πουλόβερ να φορούν κατάσαρκα οι γυμνοί του κόσμου

 

Κηπουρέ που σαστίζεις τα σχέδια και χαλάς του καιρού την τάξη

 

καινουργώντας το δικό σου περβόλι

 

του μπάρμπα Γιάννη με τ’ όνομα

 

σε περιγράφω από κάτι σχήματα που άφησες και γέμισαν τον αγέρα

 

Οι τόποι της εξορίας σου

 

με το λειψό νερό

 

τις πέτρες, τις σαύρες, τα πολλά ποντίκια

 

θα ’χουν κάποτε να καυχηθούν:

 

Εδώ σ’ αυτά τα χώματα,

 

Μοιράστη τη ζωή του ο Γιάννης Ρίτσος

 

Ποιητής της τελευταίας προ Ανθρώπου εκατονταετίας

 

  Έτσι θα πουν

 

Κι αυτό θα ’ναι σημάδι ζήλειας.

Αθήνα

June 03, 2018

Το παρακάτω ποίημα  είναι από τα πρωτόλειά μου που δημοσιεύτηκαν στην «ΗΠΕΙΡ. ΕΣΤΙΑ», γραμμένο με  την ορμή της νιότης του έφηβου και αφορμή το τέλος των σπουδών μου στη Μεγάλη Σχολή(1955), την άφιξή μου στην Αθήνα και την παράλληλη  εγγραφή μου στη Φιλοσοφική Σχολή.                                 

                                                          

              Τώρα που θα ταξιδευτείς Θησέα για την Αθήνα,

               Μην πάρεις δρόμο διαβατό, κύμα χιλιοργωμένο.

               Πάρε τη στράτα την τραχιά, πάρε τη χέρσα στράτα,

              Την παρθενιά της κούρσεψε, σαν που σ’ ανδρείους ταιριάζει,

              Τι θα ’βρεις Σκίρωνες τρανούς κι ανίκητους Προκρούστες

              Και Περιφήτες γίγαντες και χάρους Κερκυόνες.

              Κι ορθώσου γυιέ, της Μοίρας γυιέ και της γροθιάς βλαστάρι.

              Χύσου δρακοντοπάλεψε γι αγώνισμα θανάτου,

              Τι όποιος πάει ολομπροστά, πίσω γι αυτόν δεν έχει,

              Ευχή της Αίθρας σε φυλάει και του Αιγέα ελπίδα. 

                                       #######

              Και σαν με το καλό όπως πας, σαν όπως προσδοκάμε ,

             Στ’ ανέγγιχτο το στήθος τους το γόνατό σου βάλεις,

            Η μάχη σου δεν τέλειωσε, μια νέα μάχη αρχίζει,

            Κι είν’ τούτη μάχη πιο τρανή, πιο δυνατή, πιο πλέρια.

           Θησέα, γόνε ανίκητε  και υψηλέ της σκέψης,

           Κοίτα τους μέσα Σκίρωνες, τους μέσα σου Προκρούστες,

           Αυτούς σαν ρίξεις στο γκρεμό, αυτούς σαν θανατώσεις,

          Τότε ειν’ δρόμος σου ανοιχτός κι είναι κοντά η Αθήνα!

Υπέρτατη θυσία

May 31, 2018

Το παρακάτω ποίημα είναι των φλογερών φοιτητικών μου χρόνων.(Όπως και εκείνο για τον Νίκο Καζαντζάκη). Έμενε ως τώρα, 58 χρόνια μετά,  καταχωνιασμένο στα συρτάρια μου. Το δημοσιεύω τώρα,  για πρώτη φορά, που ο κόσμος ήρθε ανάποδα, μα οι άνθρωποι των σπάνιων θυσιών και η αγάπη για την πατρίδα δεν έσβησε!

Η ελληνική κοινή γνώμη επληροφορήθη  με συγκίνησιν, αλλά και υπερηφάνειαν την ηρωικήν θυσίαν του υπολοχαγού Γεωργίου Πλατιγκού, ο οποίος δια να σώσει την διμοιρίαν του από βεβαίαν συμφοράν, έπεσεν ο ίδιος επί μιας χειροβομβίδος που είχε ριφθεί εκ λάθους από νεοσύλλεκτον και μετέβαλεν ούτω ως ασπίδα το σώμα του που διεμελίσθη.

                     (Αι εφημερίδες του Αυγούστου του 1959)

 

Γύρω βουβό μυστήριο σ’ ώρα μεγάλης κρίσης!

 

Η Μοίρα δίβουλη έπλεκε της συντροφιάς το φάδι,

 

Π’ανίδεα πεζογέλαγαν και στο σημάδι ερίχναν

 

Κι ο διαλεχτός εχαίρονταν της ζωής το μέγα θάμα.

 

Νά ητανε πίκρα γή καημός, νά ηταν χαρά στερνή του;

 

Ξάφνου το μάτι θάμπωσε στου Χάρου τη φτερούγα!   

 

                          &&&

 

Σε βυθό πέφτεις άπατο. Φωνή κρεμάει ψηλάθε,

 

Βουερή φωνή, τρόμου φωνή π’ αχάει στο γύρισμά της.

 

Μεσ’ στα σκοτάδια πλανερές γλωσσίζουν μάγες λάμψεις.

 

Παρακαλιέσαι, χάνεσαι, ανασκιρτάς, σαστίζεις,

 

Σούριγμα οξύ, μαυλιστικό σ’ αναγελάει. Στ’ αφτί σου

 

Ζεστή, χαϊδιάρα, γλύκας λαλιά, λιποθυμιά έχει πόθου.

 

Σκοτάδια διώχνεις, μάχεσαι κι ως τις φωνές βουβαίνεις,

 

Καινούργιο κύμα σ’ άρπαξε, τα φρένα σου συγκλύζει:

 

Τραγούδια, γέλια, κούπες, αφροί, λευκοί του γάμου πέπλοι,

 

Κι ως να σε ιδεί, μοναχογυιέ, στο πλάι ωραίας κόρης,

 

Η μάννα σε καμάρωσεν, ως καμαρώνει η μάννα.

 

Καλέ, και μήνα βάστηξε, χρόνο κράτησ’ η πάλη;

 

                  &&&&&

 

Φωτίζεται μ’αλλότριο φως ιλαρό η χλωμή μορφή σου.

 

Σ’ άφατη μέθη της καρδιάς βύθισ’ ο νους και χάθη

 

Κι απόμεινες ολόγυμνη, θεοτικά και λάμπεις

 

Ολοστερνή παρηγοριά και Μάννα εσύ τ’ ανθρώπου

 

Πεφτεις στο θάνατο αγκαλιά, βασίλεψεν ο ήλιος

 

Καλέ, κι ο κόσμος θόλωσε κι ως όνειρο αχνολειώνει.

 

                           &&&&&&&  

 

Το πλάσμα του γροικά ο Θεός, αναγαλλιούν τα ουράνια

 

Και στης Παράδεισος το φως τα Χερουβίμ υψώνουν.

 

Της μάννας γυιε, Έλληνα γυιε,κι όλου του κόσμου τέκνο,

 

Αν πληγωμένα μάρμαρα θεϊκό ναό ομορφαίνουν,

 

Ποιαν ομορφιά να κρύβουνε τα μέλη τα σπαρμένα;

Πωγώνι, Μάθημα Ιστορίας

April 13, 2015

Σκοτεινή μου ρίζα
Σε θολά νερά,
Ψάχνω γαι τα όσια
Και τα ιερά.
-------------
Θλιβερά σκοτάδια
Αίματα, πληγές.
Σε κορμιά ανόμοια
Βόγγοι κι οιμωγές.
---------------
Πως να ξεδιαλύνεις
Ξένο από δικό
Μέσα στους αιώνες
Από τ' άδικο.
---------------
Όλοι αδερφωμένοι
Φίλοι και εχτροί,
Κάτω απ' του θανάτου
Το πικρό κεντρί.
-----------------
Στοίχεισαν στο χώμα,
Γίναν αφορμή
Να το προστατεύουν
Από ξένη ορμή.
-------------
Και στη γης απάνω
Φύτρωσε θωρώ
Άνθος Πωγωνίσιο
Που να το χαρώ!

1 / 1

Please reload

bottom of page