top of page
ΚΕΡΚΥΡΑ: Περιήγηση στο ονειρεμένο νησί

ΜΕΡΟΣ Α

Οι παλαιότεροι ίσως θυμούνται το βιβλίο του βασιλιά του ελληνικού χρονογραφήματος -έτσι τουλάχιστον τον είχαν ονομάσει- Παύλου Παλαιολόγου "Αγάπη μου Κέρκυρα", ο οποίος είχε λατρέψει το νησί. 
Εκείνα τα χρόνια όμως σε μας, μια παρέα από ανύπαντρα παιδιά, που τρέχαμε από τόπο σε τόπο τα καλοκαίρια, όταν για πρώτη φορά επισκεφτήκαμε την Κέρκυρα, το νησί δε στάθηκε καθόλου αγαπητικό. 
Στο πρώτο ξενοδοχείο που μπήκαμε και ζητήσαμε δωμάτιο, η απάντηση του λακέ ήταν από περιφρονητική έως εξευτελιστική για κατοίκους αυτής της χώρας. 
  - Δε συνεργαζόμαστε με Έλληνες! 
  Σπάνια μου συμβαίνει αυτό, αλλά εκείνη την ώρα ευχήθηκα να οπλοφορούσα... 
Θυμήθηκα τον οργισμένο Βάρναλη. Να σε κάνουν ξένο στον τόπο σου! Να η καινούργια άλωση- η εσωτερική. Πολύ χειρότερη από την άλλη. Γιατί εκεί ο εχθρός είναι υπό έξωσιν. Τον νιώθεις και συσπειρώνεσαι. Εδώ τα κάστρα έχουν πέσει από μέσα. 
  Ας μη γενικεύουμε όμως. Ναι, το χρήμα δεν έχει πατρίδα και ούτε μυρίζει. Να μη χάνει όμως κανείς και την ψυχή του. 
  Θυμήθηκα, όταν ήμουν στη Χαλκιδική, τη μεταπολεμική Ελλάδα της φτώχειας της εξαθλίωσης και της μετανάστευσης και είχα επιδοκιμάσει την αλλαγή του τόπου προς την ευημερία. Ναι, αλλά ως ένα σημείο. Υπάρχει και το ne plus ultra, το μη περαιτέρω. 
Τελικά το ξενοδοχείο που βρέθηκε και μας φιλοξένησε είχε το συμβολικό όνομα "Αλκίνοος" γι αυτό κι εμείς τ0ην καμαριέρα μας, που δεν ήταν μόνο όμορφη αλλά και καλόκαρδη, την είχαμε μετονομάσει σε Ναυσικά! 
  Αυτά συνέβαιναν τότε, προ ...αμνημονεύτων χρόνων!  
 
  Επισκέφθηκα και άλλες φορές τον ευσκιόφυλλο τόπο, αλλά φέτος μου δόθηκε η ευκαιρία για μια σύντομη περιγραφή. 
  Μπήκαμε στο νησί από τη Λευκίμη, τη μεγαλύτερη κωμόπολη της νότιας Κέρκυρας, ακρωτήριο που βρίσκεται "κατά το εώον (=ανατολικό) άκρον της Κορκυραίας", όπως αναφέρει ο Στράβων, που μας υποδέχεται με ένα εξαίσιο καταιγισμό από πράσινο σε ποικίλες εναλλαγές αποχρώσεων και καταλύσαμε στον Αγιώργη, που βλέπει προς το Ιόνιο. 
  Σπίτια, παλαιά αρχοντικά, ευπρεπισμένα, με κόκκινες αλλά και κίτρινες στέγες, δίπλα σε νεόχτιστα που επιζητούν τον περιηγητή κι ένα πρωτόγνωρο θέαμα που μου έλαχε να ιδώ και να θαυμάσω: 
  Μέσα στην απέραντη δόξα των ελαιώνων, συνυπήρχαν μαζί με τις ελιές και ξεπετάγονταν ψηλά πυκνές συστάδες κυπαρισσιών σαν ένα σμήνος θαυμαστικών, μέσα στην άλλη δόξα του ήλιου και του καλοκαιριού, χαρά ματιών και δρόσoς  ψυχών. 
  Η Κέρκυρα, η Κορυφώ των μεσαιωνικών χρόνων, οι Κορφοί των νεότερων, δεύτερη σε μέγεθος από όλα τα νησιά της Επτανήσου και από τα μεγαλύτερα της Ελλάδας σε πυκνότητα πληθυσμού, διαθέτει τέτοια σαγήνη, ώστε, οι ντόπιοι και ξένοι περιηγητές, στο διάστημα που την κατακλύζουν, ξεπερνούν κατά πολύ σε αριθμούς τον δικό της πληθυσμό.  
  Την ταύτισαν με τη Σχερία, τη μυθική χώρα των Φαιάκων, χωρίς ποτέ και να ευρεθούν τεκμηριωμένα ίχνη που να μπορούν να εμπεδώσουν την άποψη. Διαβάζομε στο Θουκυδίδη "Οι Κερκυραίοι ήταν ίσοι προς τους πλουσιοτέρους Έλληνες υπό έποψιν δε πολεμικής παρασκευής δυνατώτεροι, ενώ κατά την ναυτικήν δύναμιν εκαυχώντο ενίοτε ότι υπερέχουν και κατά πολύ, λόγω του ότι οι Φαίακες, οι οποίοι ήταν ονομαστοί δια την ναυτικήν των εμπειρίαν, είχαν κατοικήσει την Κέρκυραν πριν από αυτούς". {1, 25 Μετάφρ. Ελευθ. Βενιζέλου). Αυτά κατά τις αρχές του πελοποννησιακού πολέμου, δηλ. στα μέσα και δώθε του 5ου αι. π.Χ., όπου η Κέρκυρα, πλούσια και τότε, υπήρξε μια από τις αφορμές για να ξεσπάσει ο πιο μεγάλος τόσο σε διάρκεια όσο και σε καταστροφές πόλεμος(431-404 π.Χ.).

  Και ο Καλλίμαχος, λόγιος και ποιητής του 3ου π.Χ. αιώνα πιστεύει ότι η Γαύδος ήταν το νησί της Καλυψώς και η Κέρκυρα η Σχερία (Στράβων 299). 
  Αν όμως η ταύτιση με την αρχαία Σχερία παραμένει αναπόδειχτη, εν τούτοις ένα εξωτερικό στοιχείο, το φυτικό βασίλειο, όπως το περιγράφει ο Όμηρος, που τόσο ασχολείται με τη Φαιακία και τους Φαίακες μοιάζει καταπληχτικά με το σημερινό!  
Εκεί αχλαδιές, μηλιές χρυσόκαρπες, ρογδιές φυλλομανούνε, 
εκεί συκιές γλυκές κι ολόχλωρες ελιές θωρείς ολούθε. 
Καρπός δε χάνεται, μια που 'δεσε κι ουδέ τους απολείπει 
χειμώνα καλοκαίρι αδιάκοπα - τι ασίγαστα φυσώντας 
εδώ γεννάει καρπούς ο ζέφυρος κι άλλους εκεί γουρμάζει. 
Απίδι απά στ' απίδι φαίνεται και μήλο απά στο μήλο, 
σύκο στο σύκο απάνω, αδιάκοπα, σταφύλι στο σταφύλι. 
Ακόμη αμπέλι εκεί πολύκαρπο του βασιλιά ριζώνει· 
κει που τελεύουν πια τα κλήματα, λογής λογής, με τάξη, 
βαλμένες οι βραγιές κατάχλωρες ολοχρονίς φουντώνουν. 
(Οδύσσ. Η 114 -123, (1)
 
  Διασχίζουμε όλο το νησί, την "κυρά των επτά νησιών", κατά μήκος, ανατολικά και δυτικά. Κάνουμε το γύρο του. Το τοπίο της Κέρκυρας θηλυκό, φιλήδονο και επικίνδυνα γοητευτικό, εμπνέει έργα ειρηνικά, σε σπρώχνει προς τις χαρές της ζωής, σε μαργιόλικους στοχασμούς και στα έργα της φιλομμειδούς Αφροδίτης, της θεάς του έρωτα. 
  Και στον Όμηρο οι Φαίακες, ναυτικός λαός, «φιλήρετμοι» και «ναυσίκλητοι»(μακρόκουποι και θαλασακουσμένοι» (2) που δεν γνώριζαν πόλεμο και δεν είχαν την έγνοια του, «ου γαρ Φαιήκεσσι μέλει βιός (τόξο) ουδέ φαρέτρη» αγαπούσαν τα τραπέζια και τα γλέντια (δαίτας), την κιθάρα (κίθαριν), τους χορούς, το κρεβάτι (ευνήν) τα ζεστά λουτρά (λοετρά θερμά) και ν' αλλάζουν συχνά καθαρά ρούχα (είματα εξημοιβά), Οδύσσ. Θ. 248-249). 
  Προχωρούμε θαυμάζοντας αχόρταγα τη θέα που μας προσφέρεται. Αμπελότοποι της Λευκίμης, πρόσχαρα κυματιστά βουνά, αρμονικοί λόφοι, γραφικά χωριά σκαρφαλωμένα στις πλαγιές, σκιεροί ελαιώνες, γελαστές παραλίες, όμορφες αμμουδιές με ψιλούτσικη ξανθή άμμο, με κροκάλες στην Παλαιοκαστρίτσα, γοητευτικοί κόλποι, θάλασσες δροσερές, καθαρός πελαγίσιος αέρας του Ιόνιου. Και κάπου το σμίξιμο παράταιρων πολιτισμών που αργοπορημένα συναπαντιούνται: 
  Ιπτάμενοι άνθρωποι πάνω από τη θάλασσα, αεριοπροωθούμενα που δονούν τους αιθέρες, αυτοκίνητα παντός τύπου και είδους, παραδοσιακά μόνιππα για περιηγητές, αλλά και γαϊδούρια στο δρόμο με αναβάτες ξωμάχους και αγρότισσες, φορτωμένα κλαδιά, δοχεία με γάλα συνθέτουν ένα μωσαϊκό του παλιού με το καινούργιο. 
  Το παλαιό της Φρούριο, που χτίστηκε στη θέση παλαιότερων βυζαντινών οχυρών, είναι έργο έμπειρων αρχιτεκτόνων και μηχανικών της Βενετίας. Η Κέρκυρα δε γνώρισε τη μοίρα των άλλων ελληνικών τόπων που κατακτήθηκαν από τους Οθωμανούς Τούρκους. Τρεις φορές την πολιόρκησαν, στα 1537, στα 1570 και δυο αιώνες αργότερα στα 1716, μα δεν κατόρθωσαν να την υποτάξουν. 
  Έζησε στους κόλπους της Γαληνότατης από τα 1386 ως τα τέλη του 18ου αιώνα, γιαυτό και έχει έκδηλη επίδραση του δυτικού πολιτισμού και των τεχνοτροπιών του στην αρχιτεκτονική, στη μουσική, στις εκκλησιές, στην εικονογραφία, στην ενδυμασία στη γλώσσα και στην τραγουδιστά σερνόμενη προφορά της. Μην ξεχνάμε πως οι νέοι τότε που ήθελαν να μορφωθούν, πράγμα που συνέβαινε σε όλα τα Εφτάνησα, πήγαιναν για σπουδές στη Ρώμη και στη Βενετία και μεταλαμπάδευαν στον ερχομό τους δυτικά πρότυπα τέχνης και πολιτισμού. 
  Αυτό συνέβη και με τον Παναγιώτη Δοξαρά (17ο-18ο αιώνα) που σπούδασε στην Εσπερία και σε αναρίθμητες εκκλησιές μονόκλιτες και τρίκλιτες επέβαλε το ρυθμό και την τεχνοτροπία της αναγεννησιακής Δύσης. 
  Μοναδική βυζαντινή εκκλησιά που σώζεται, είναι η αφιερωμένη στους αγίους Ιάσονα και Σωσίπατρο, τις εικόνες των οποίων λέγεται ότι φιλοτέχνησε ο σπουδαίος Κρητικός ζωγράφος Εμμανουήλ Τζάνε, που βρέθηκε στο νησί τέλη του 16ου αιώνα, διαβάζουμε σε διαφημιστικά φυλλάδια. 
  Η ιταλική ήταν η επίσημη γλώσσα όχι μόνο της Διοίκησης αλλά και των σπουδών. Ο Σολωμός, δεκάχρονο αγόρι, στην Ιταλία στάλθηκε για σπουδές. Εικοσάχρονος επιστρέφει στη Ζάκυνθο (1818) και μετά από 10 χρόνια εγκαθίσταται για όλη του τη ζωή στην Κέρκυρα.  
  Θα τον κέρδιζε ο ιταλικός Παρνασσός, αν δεν τον συναντούσε στη Ζάκυνθο ο Σπυρίδων Τρικούπης για να του πει ότι η Ελλάδα περιμένει τον Δάντη της. Και από τότε ο Σολωμός στρέφεται στη μελέτη της ελληνικής γλώσσας, που ως δεκάχρονο παιδί τη θυμόταν όπως τη μιλούσε η μάννα του, η Αγγελική Νίκλη. 
  Εδώ στην Κέρκυρα θα γράψει το πιο ώριμο έργο του ("Λάμπρος", "Κρητικός", "Πόρφυρας", "Ελεύθεροι Πολιορκημένοι"). Και εδώ στην Κέρκυρα θα σχηματίσει ευρύτατο φιλικό και πνευματικό κύκλο (Πολυλάς, Μαρκοράς, Τυπάλδος, Μάτεσις, Μάντζαρος, Τερτσέτης, Ζαμπέλιος, Ζαλοκώστας και τόσοι άλλοι). 
  Με το Σολωμό δημιουργείται λογοτεχνικός κύκλος που καλλιεργεί τη ζωντανή δημοτική, σε αντίθεση με την ελεύθερη Ελλάδα, όπου, με κύριους φορείς τους Φαναριώτες, καλλιεργείται η καθαρεύουσα γλώσσα και η ρομαντική νοοτροπία. Πρέπει να φτάσουμε στη γενιά του 1880 για να ακουστεί το μήνυμα του Σολωμού και να μπει επικεφαλής ο Ψυχάρης και ο Παλαμάς, που θα ταράξουν τα νερά. Η παρουσία, λοιπόν, του Σολωμού στην Κέρκυρα λάμπρυνε το νησί και έγινε αιτία η πνευματική ζωή του τόπου να  φτάσει στη μεγαλύτερη ακμή της.

 1, 2. Μετάφραση Κακριδή- Κζαντζάκη.

Επτάλοφος, τ. 79, οκτωβρ. 1997. Πρωινός Λόγος 27-07-2009.

 

ΜΕΡΟΣ Β

  Αν συνόψιζα μέσα σε τρεις λέξεις την ιδιαιτερότητα της Κέρκυρας, θα διάλεγα τρία επίθετα. Ζεστη, κομψή, θελκτική. Α! εκείνη η πεντάμορφη πολίχνη στο ακραίο σημείο, στα βορειοανατολικά του νησιού, η Κασσιόπη ή Κασσιώπη ή Κασσώπη! Δεινοπαθεί ως όνομα και ευδαιμονεί ως πόλη. Ο Παλαμάς θα την έλεγε δαχτυλιδόπετρα στης Κέρκυρας το δαχτυλίδι.

  Οικίες ανάλαφρες, κομψές, χαριτωμένες,  με ιωνική αβρότητα και ηγεμονικό χρώμα το ροδί, κεντημένες πάνω σ’ ένα φυσικό καμβά, στα κράσπεδα λόφου που δεσπόζει στο ακρωτήριο κ,αι γύρω γραφικούς κολπίσκους, μοιάζει σαν ένα έξοχο ζαχαρωτό με ρόδινα πετράδια. Η φήμη της είχε φτάσει ως εκείνο τον απαίσιο διώκτη των χριστιανών, τον Νέρωνα, που δήλωνε πως «οι Έλληνες είναι οι μόνοι που έχουν αφτί για μουσική και πως μόνοι αυτοί αξίζουν να ακούσουν την προσπάθειά του». Γι αυτό ήρθε εδώ στην Κασσιόπη «όπου έκανε μια προκαταρκτική εμφάνιση τραγουδιστή, μπροστά στο βωμό του Κάσσιου Δία και στη συνέχεια πήρε μέρος σε όλα τα αγωνίσματα».(1)

 Διασχίζοντας το νησί με μια αίγλη  υπέρλαμπρου καλοκαιρινού ήλιου, ζούμε ευφρόσυνες στιγμές φυτικής πανδαισίας. Πορτοκαλεώνες, λεμονοδάση, αμπέλια, κυπαρίσσια, αγριοσυκιές, μυγδαλιές, βυσσυνιές, μαγνόλιες, φραγκοσυκιές, φοίνικες, κρίνα, θρασσομανούν και με ηγεμονικό το πράσινο συνθέτουν το βασίλειό του, για το οποίο αγαστά συνεργάστηκαν το ήπιο κλίμα με την υγρασία., όπως χαρακτηριστικά θα ‘λεγε ο Παύλος Παλαιολόγος.

   Ξέχωρη μαγεία στις γοητευτικές Μπενίτσες το ψαροχώρι που γέμισε από επιβλητικά ξενοδοχεία για υψηλά βαλάντια και κοσμοπολίτικες ταβέρνες. Εδώ, μαζί με τους πορτοκαλελαιώνες,  τα πολυποίκιλα καλλιεργούμενα άνθη ξεχύνουν μια μοσχοβολιά που τη δροσερεύει σμίγοντας μαζί της το πελαγίσιο αγέρι.

    Και η πόλη καθαρή, ευπρόσωπη,  πυκνοχτισμένη με καλοστεκούμενα μεγάλα αρχοντικά, με αποτυπωμένη τη βενετσιάνικη όψη της  στις στοές στις καμάρες στοές, στα τόξα, στις κολόνες, με τις πολλές εκκλησιές και τα ψηλά σαν πύργους καμπαναριά της, υποδέχεται γιορταστικά την κοσμοσυρροή στο πολυσύχναστο Λίστον, στη Μεγάλη Σπιανάδα και στα στενά λιθόστρωτα καντούνια της με τα πολλά καταστήματα. Μια πόλη με πρόσωπο και φυσιογνωμία.

   Τα βράδια, ιδιαίτερα τότε, πλημμυρίζουν οι παραλιακοί δρόμοι λουσμένοι στη φωταύγεια των ηλεκτρικών λαμπτήρων, ασφυκτιούν τα κέντρα. Ποικιλία μορφών, ενδυμάτων, ζωηρών χρωμάτων, μια παρδαλόχρωμη κυματιστή αλυσίδα, που πάει κι έρχεται, ένα ατέλειωτο πανηγύρι από πανσπερμία φυλών. Νιάτα, κάθε λογής νιάτα επικεφαλής, που χαίρονται την ελευθερία τους.

  Παλαιότερα οι άνθρωποι αισθάνονταν ντροπή, δεν τολμούσαν έστω και μέρος του σώματός τους να εκθέσουν στον ήλιο και το φως,  να δείξουν γυμνό σε δημόσιους χώρους., χωρίς ενοχές.

  Τώρα οι νέοι ξεπερνώντας ενοχές, και δίπλα σ’ αυτούς και ο άλλος κόσμος αναπνέουν με τα ημίγυμνα κορμιά τους τη βραδινή αύρα. Χαίρεσαι τα σφιχτά μαυρισμένα σώματα, τις λυγερές κορμοστασιές, την επιδερμίδα τους που αστράφτει από υγεία και φρεσκάδα, των κοριτσιών τα ευθύγραμμα ελαφροπάτητα πόδια.

   Το καλό του περιηγητισμού είναι πως φέρνει κοντά-κοντά λαούς που άλλοτε πολεμιόταν, γνωρίζονται, διαπιστώνουν πως δεν έχουν τίποτε να χωρίσουν. Γιατί θα πρέπει να αλληλοσκοτώνονται; Και οι νύχτες της Κέρκυρας, κατάστερες, ασημόφεγγες προσφέρονται για ξεφάντωση και ξενύχτι. Είναι κι αυτός ένας τρόπος που ανακάλυψε από παλιά ο άνθρωπος να ομορφήνει τη ζωή του, να προσπελάσει την προσωρινότητα, να γλυκάνει το εφήμερο της ύπαρξης, αφού στον απέραντο χρόνο δεν είναι παρά μόνο μια στιγμή, ένας κόκκος.  

«Και μην και των πόνων πλείστας αναπαύλας τη γνώμη επορισάμεθα αγώσι μεν και θυσίαις διετησίοις νομίζοντες..», διαβάζομε στον Επιτάφιο του Περικλή, που σημαίνει «και για τα βάσανα της ζωής φρoντίσαμε και βρήκαμε όσο γινόταν πιο πολλές διασκεδάσεις (ψυχαγωγίες) με αγώνες και θυσίες καθ’ όλη τη διάρκεια του χρόνου». Και οι αγώνες δεν ήταν μόνον γυμνικοί, ήταν και μουσικοί και θεατρικοί και χορευτικοί  και οι θυσίες ήταν υπαίθριο φαγοπότι και παράλληλα με τα περίφημα συμπόσια κατάφασκαν τη ζωή τους.  «Μη ζώην μετ’ αμουσίας» λέει ο χορός στον «Ηρακλή Μαινόμενο»  του Ευριπίδη, που σημαίνει να μη ζήσω χωρίς τραγούδι.  Ο Έλληνας παρέμεινε ο κατ’ εξοχήν γλεντοκόπος κι αυτό είναι που δεν του το συγχωρούν, γιατί δεν μπορούν να το έχουν, οι συνευρωπαίοι μας!

  Ρωμαϊκά γεύματα και δημοτικοί χοροί  στην «Τρύπα», καντάδες και παλιά νοσταλγικά τραγούδια  στου «Ποντή», στους «Κυνοπιάστες» και στον «Ανεμόμυλο», στον Κάβο. Η ρωμαίικη πονηριά όμως δε μας απόλειψε, όταν τα τρία αγιορείτικα κρασιά με το θαύμα του πολλαπλασιασμού γίνονται τέσσερα και το χειρότερο που διαπιστώνεις πολύ αργότερα, είναι ότι η μηχανή που εκδίδει το τιμολόγιο, έχει σταματήσει, με θαυμαστό τρόπο, τη χρονολόγηση στο περυσινό έτος!  Τέτοια η πονηριά του Ρωμιού για το άνομο κέρδος.

   Καθώς επιστρέφουμε τις νύχτες στο ξενοδοχείο μας, κατά κύματα μας θωπεύει μεθυστικό άρωμα από ένα πλούσιο φυτό, το νυχτολούλουδο, που έλαβε διαστάσεις δέντρου, καθώς αντλεί από πλούσια γη, στην ευρύχωρη βραγιά όπου βρίσκεται φυτεμένο.

 Τα πρωινά μας στον εξώστη η ατμόσφαιρα είναι πεντακάθαρη. Μελένιο άρωμα πεύκων σμίγει με την απαλή αύρα, φτάνει ως μέσα στο δωμάτιο. Δε χρειάζεται να ξέρεις ιταλικά για να αναγνωρισεις τη σερνάμενη σε τόνο τραγουδιστικό φωνή, που φέρνει ο αντίλαλος στ’ αφτιά μας. Απέναντί μας ο γείτονας, Σκωτσέζος αυτός, κάθε βραδιά μεθυσμένος, ξυπνά με ακατάσχετο βήχα και απ’ τον κρουνό της βρύσης καταλαβαίνουμε πως έχει και συνέχεια. Ξεδοντιασμένος, μιλεί φαφλατάδικα και τόσο μπερδεμένα, που δύσκολα να ξεχωρίσεις μια λέξη από τα ιδιότυπα αγγλικά του.

 -Έχω πάρει μαζί μου και χαρτιά να παίξουμε όταν βγούμε απ’ το νερό, ακούεται καθαρά από διάλογο γυναικών που ετοιμάζονται για την καθημερινή επαφή τους με το υγρό στοχείο.Γιατί όχι! Αναλογίζομαι. Είναι κι αυτός ένας τρόπος που δείχνει τη διαφορά μας απέναντι σε  διψασμένους για γνώση ξένους, που απολαμβάνουν τον ήλιο μας συντροφιά με ένα βιβλίο.      
Και είναι και άλλα που σε βάζουν σε πικρές σκέψεις, σ’ αυτό τον προνομιούχο τόπο που λάμπρυνε  ένας Σολωμός με τον κύκλο του, και διαθέτει μια Αναγνωστική Εταιρεία που λειτουργεί από το 1836.

 Με πολύ σκεπτικισμό άκουσα σεβαστή Κερκυραία κυρία να αναφέρεται σέ γιορτή «παdροκράτορα» εννοώντας την εορτή του Σωτήρος,  στο ψηλότερο βουνό, την Ιστώμη, στο μοναστήρι του Παντοκράτορα. Στο υπερκατάστημα που πήγα να προμηθευτώ νερό, ο ανίδεος ιδιοκτήτης μου σύστησε νερό «Κασταλιάς»,  και  σε βραδινό κέντρο ο εκκεντρικός εστιάτορας- πράσινο πουκάμισο, πολυτελής λαιμοδέτης, παλώριο  αστραφτερό ρολόι – κεντρικό πρόσωπο της βραδιάς, ζήτησε, με τον αέρα του νεόπλουτου, να μιλήσει με «την δεσποινίς». Και διαθέτουν, οι ευλογημένοι νοστιμότατα τοπικά φαγητά –σοφρίτο, μπουρδέτο, νούμπουλο- κι εκείνο το δροσιστικό ποτό την τσιτσιμπίρα, που οι γεύσεις τους και η δροσιά της απαλύνουν τις  δυσπρόφερτες και βαρύγδουπες για τα ελληνικά αισθητικά δεδομένα, λέξεις.

  Δε θα σας συνιστούσα το παραλιακό κέντρο «Μπαρμπάντος». Κρύα, παγωμένα φαγητά, αγενέστατα γκαρσόνια που μιλούν με αυθάδεια, κάκιστη εξυπηρέτηση. Η ονομασία του Κέντρου συνειρμικά μου έφερε στο νου  τη σχεδόν ομόηχη τουρκική λέξη «μπερμπάτ» που σημαίνει «χάλια»

  Να είσαι στην Κέρκυρα και να μην επισκεφτείς το «Αχίλλειο» και την Παλαιοκαστρίτσα, δε γίνεται. Το «Αχίλλειο» με την πλούσια διακόσμηση, τις τοιχογραφίες, τις τεχνητές λίμνες, τα περιστύλια, τον κήπο με τα αγάλματα και τις προτομές, είναι ο μεγάλος πόλος έλξης για τους περιηγητές και ιδιαίτερα τους ξένους, που γνωρίζουν τη ζωή μιας δυστυχισμένης βασίλισσας, η οποία ήρθε να πραϋνει τη θλίψη της με το να αγοράσει από αυτό τον τόπο τη βίλα Βράιλα και να βρει τρόπο ν α την  απαγκειάσει σ’ αυτό το ανάχτορο που έχτισε

  Είναι η Ελίζαμπετ, γνωστή και ως Σίσσυ, από την ηγεμονική γενιά των Βιττεσλάβων της Βαυαρίας, που το 1854 παντρεύτηκε τον αυτοκράτορα της Αυστροουγγαρίας και τόσων άλλων βασιλείων, Φραγκίσκο Ιωσήφ, παρ’ όλο που αυτός ήταν δεσμευμένος με την αδερφή της Έλενα.

  Τη ζωή της μας εξιστορεί ο Κωνσταντίνος Χριστομάνος, ο αισθαντικός ρωμαντικός συγγραφέας στο βιβλίο του «Η Αυτοκράτειρα Ελισάβετ», που καθώς σπούδαζε στη Βιέννη, η Σίσσυ τον διάλεξε για δάσκαλό της, στην προσπάθειά της να εκμάθει την ελληνική γλώσσα. Η βασίλισσα δεν ευτύχησε. Η παλατιανή εθιμοτυπία την έκανε να νιώθει πως βρίσκεται σε χρυσή φυλακή. Ο γυιος της Ροδόλφος που απόχτησε με τον αυτοκράτορα και τον οποίο υπεραγαπούσε, αυτοκτόνησε.

  Έζησε σε μια ταραγμένη εποχή ανακατατάξεων κατά την οποία οι λαοί ξεσηκώνονταν ζητώντας την αναξαρτησία τους. Η Λομπαρδία και Βενετία, στη βόρεια Ιταλία ανήκαν στο βασίλειο του Φραγκίσκου. Στις 10 Σεπτεμβρίου ένας αναρχικός, ονόματι Luigi Luckeni, μαχαίρωσε τη βασίλισσα, καθώς εκείνη βάδιζε ινκόγνιτο στις όχθες της λίμνης Leman, στη Γενεύη. Η ειμαρμένη πολλές φορές  στάθηκε σε εστεμμένους τραγική. Θαρρείς και το στέμμα που φορούν, τραβάει τους κεραυνούς επάνω τους. «Και τους σθένοντας γαρ καθαιρούσι τύχαι» μας λέει ο Ευριπίδης στον Ηρακλή Μαινόμενο» (στ. 1396) Και τους τρανούς η τύχη τους γκρεμίζει.

Η Παλαιοκαστρίτσα, μια από τις ωραιότρες τοποθεσίες της Κέρκυρας, διαθέτει δυο υπέροχους κόλπους, ένα με ψιλή άμμο και τον άλλο με χοντρές κροκάλες που δύσκολα τις βαδίζεις, για να βουτήξεις στα κατάκρυα νερά της. Από εδώ αντκρύζουμε απέναντί μας, ψηλά, στις πλαγιές του βουνού κρεμασμένους τους Λάκωνες, εκεί που άλλοτε βασίλευε η φτώχεια, η  μούχλα και ο μαρασμός.  «Το χωριό είναι μια φούχτα μικρές και άθλιες καλύβες από καλούπια, ασπρισμένες με ασβέστη, που κρέμονται από τους βράχους σα φωλιές πουλιών κολλημένες η μια πάνω στην άλλη., Γυναίκες μελαγχολικές κάθονται κουρνιασμένες στα κατώφλια των αέρινών τους κατοικιών, τα κεφάλια τους ακουμπιστά λυπητερά στα σαρακωμένα της θύρας παραστάρια» (2). Σήμερα όλα τα κτήρια ανακαινισμένα λάμπουν με τις κόκκινες στέγες τους, και από μακριά υποψιάζεσαι την ομορφιά και τον πλούτο τους.

Στην κορυφή του λόφου υπάρχει το ομώνυμο μοναστήρι της Παλαιοκαστρίτσας σε περίβλεπτη θέση με κελλιά, βιβλιοθήκη και συλλογή εικόνων. Η ιστορία είναι γνωστή. Κάποιος ονειρεύεται πως υπάρχει μια εικόνα θαμμένη. Στη θέση της χτίζονται μεγαλόπρεποι ναοι. Κάπως έτσι συνέβη και εδώ. Από ψηλά, σε ύψος τριακοσίων μέτρων, οι απόκρημνοι βράχοι που βυθίζονται σε γαλαζοπράσινα νερά δημιουργούν ένασκηνικό τόσο υποβλητικό,  που νιώθεις πως ζεις μια ώρα παρασμυθένια. Ο Μαβίλης, και μ’  αυτόν θα κλείσω, μαγεμένος από αυτή την ομορφιά, πάσχισε να την αποδώσει σε στίχο φορτώνοντά τον όμως με πολλά υπερβολικά στολίδια:

                               ΠΑΛΑΙΟΚΑΣΤΡΙΤΣΑ

Σαν πεθάνω εδώ θα ’ρθω με τα μύρια /φαντάσματα άυπνα μέσα σ’ άυλα γνέφια

Ή σε ασημοβολής  μαϊκά σεντέφια / τ’άγια της νύχτας  να χαρώ μυστήρια.

Να ιδώ των ξωτικών τα πανηγήρια, / των τελωνιών τα θεότρελα κέφια,

Του νεραϊδοχορού ν’ ακούσω ντέφια / και σειρήνων τραγούδια ή μαρτύρια.

Κι άμα στ’ αστέρινά τους χρυσαμάξια / οι αγγέλοι  φύγουν κι Ήλιος φέξει πίσω,

Ύμνο στην τετραγάλανη μονάξια / πουλί τ’ άγριου γιαλού, θα κελαδήσω.

Τεχνίτρα η πικροθάλασσα παράξια / της λαλησιάς μου θα βαστάει το ίσo.

  1. Σουητώνιος «Νέρων» Παρασκήνιο σελ. 50.

  2.  Κ. Χριστομάνου, «Το βιβλίο της Αυτοκράτειρας Ελισάβετ»

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Το άρθρο συνετάχθη το 2009, οπότε η αναφορά σε τοπικές επιχειρήσεις αντιστοιχεί στο συγκεκριμένο έτος σύνταξης του άρθρου.

bottom of page